ακτίνα


ακτίνα
Μια από τις φωτεινές γραμμές που εκπέμπονται από ένα φωτεινό σώμα (π.χ. οι α. του ήλιου). Γενικά, κάθε φανταστική γραμμή που ξεκινά από ένα κεντρικό σημείο προς κάθε διεύθυνση (π.χ. οπτική α.). Η έκταση έως την οποία μπορεί να φτάσει κάποια ενέργεια ή δράση. (Αστρον.) Α. επιβατική ενός πλανήτη (ή κομήτη) λέγεται η ευθεία που ενώνει τον πλανήτη σε κάποιο σημείο της τροχιάς του με τον ήλιο. Η α. αυτή διαγράφει ίσα εμβαδά σε ίσους χρόνους. (Βιολ.) Α. μιτογενετικές. Α. με πολύ μικρό μήκος κύματος (υπεριώδεις) που υποτίθεται ότι εκπέμπονται από τους ζωντανούς ιστούς και έχουν την ιδιότητα να διεγείρουν σε μίτωση τα κύτταρα άλλων ιστών που έχουν εκτεθεί στην επίδρασή τους. Η ύπαρξή τους αμφισβητείται πάντως από τους περισσότερους ερευνητές. (Ζωολογ.) Καθένα από τα ακανθοειδή, χόνδρινα ή οστέινα τμήματα του σκελετού των ψαριών, που στηρίζουν τα πτερύγιά τους. Οι α. των πτερυγίων διακρίνονται σε σκληρές και ακανθώδεις (ακανθοπτερύγια ψάρια) και σε μαλακές και ευλύγιστες (μαλακοπτερύγια ψάρια). (Ιατρ.) Α. Φίνσεν. Α. που χρησιμοποιούνται στη φωτοθεραπεία. (Μαθημ.) Ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει ένα σημείο μιας περιφέρειας ή μιας σφαίρας με το κέντρο.Οι α. του κύκλου (ή της σφαίρας) είναι ίσες μεταξύ τους και χαρακτηρίζουν το μέγεθος του κύκλου (ή της σφαίρας). α. επιβατική. Το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει ένα σημείο μιας καμπύλης με ορισμένα δεδομένα σημεία, όπως π.χ. στην έλλειψη όπου κάθε επιβατική α. ξεκινά από την εστία και καταλήγει σε ένα σημείο της καμπύλης. α. διανυσματική. Το διάνυσμα που ξεκινά από ένα ορισμένο σημείο (συνήθως η αρχή των συντεταγμένων) και καταλήγει σε ένα σημείο μιας καμπύλης, επιφάνειας και, γενικά, του χώρου. α. καμπυλότητας. Σε ένα δεδομένο σημείο μιας καμπύληςτροχιάς ορίζεται ως α. καμπυλότητας η α. του κύκλου που περιέχει στην περιφέρειά του την καμπύλη, στο δεδομένο σημείο. (Μηχαν.)Α. δυναμοπολυγώνου. Άλλη ονομασία των διαγωνίων ή των πλευρών του δυναμοπολυγώνου. Α. αδράνειας (ρ). Το μέγεθος του μήκους με τη βοήθεια του οποίου η ροπή αδράνειας (Ι) ενός περιστρεφόμενου σώματος σε σχέση με συγκεκριμένο κεντροβορικό άξονα εκφράζεται με τον τύπο I = mp2, όπου m η μάζα του σώματος. (Ναυτ.)Α. ενέργειας. Η μέγιστη δυνατή απόσταση σε ναυτικά μίλια που μπορεί να διανύσει ένα πλοίο με την πιο οικονομική ταχύτητα και αφού καταναλώσει όλα τα καύσιμά του. Τα υγρά καύσιμα καταλαμβάνουν μεγάλους χώρους και γι’ αυτό η αύξηση της α. ενέργειας με αύξηση του ποσού των καυσίμων έχει δυσμενή αντίκτυπο στον ωφέλιμο χώρο του πλοίου. Στην κατασκευή πλοίων με μεγάλη α. ενέργειας αναζητείται η άριστη ισορροπία ανάμεσα στην ποσότητα των καυσίμων, την οικονομία των κινητήρων τους και τη μέγιστη αποδοτικότητά τους. (Οπτ.)Α. φωτεινή. Έννοια της γεωμετρικής οπτικής που δείχνει τη γραμμή κατά μήκος της οποίας διαδίδεται η ενέργεια που εκπέμπεται κατά μία ορισμένη διεύθυνση από σημειακή πηγή φωτός. Η α. σε ομοιογενές μέσο είναι ευθεία, σε μέσο όμως που οι ιδιότητές του μεταβάλλονται πολύ αργά είναι καμπύλη. α. ανακλώμενη. Α. που ανακλάται στη διαχωριστική επιφάνεια δύο μέσων και συνεχίζει να διαδίδεται μέσα στο μέσο από το οποίοπροέρχεται. α. διαθλωμένη. Α. που υφίσταται διάθλαση στη διαχωριστική επιφάνεια δύο μέσων και συνεχίζει την πορεία της στο άλλο μέσο απότο οποίο προέρχεται. α. προσπίπτουσα. Α. που διαδίδεται σε ένα μέσο και συναντά τη διαχωριστική επιφάνεια που το χωρίζει από ένα άλλο μέσο. α. αποκλίνουσες. Α. που συνεχώς απομακρύνονται μεταξύ τους και κατευθύνονται σε διαφορετικά σημεία του χώρου. α. ορατές. Οι α. που προέρχονται από τα διάφορα σώματα και τα κάνουν ορατά. α. παράλληλες. Οι α. που ακολουθούν τη διεύθυνση παραλλήλων γραμμών. α. συγκλίνουσες. Οι α. που κατευθύνονται σε ένα μόνο σημείο. α. διαυλικές. Α. από κινούμενα θετικά ιόντα που παρατηρούνται χάρη στη φωτοβολία που προκαλούν πίσω από την κάθοδο των σωλήνων αυτοτελούς εκκένωσης, εφόσον η κάθοδος έχει κατάλληλες οπές ή αυλούς (α. διά των αυλών). Οι διαυλικές α. ανακαλύφθηκαν το 1886 από τον Γερμανό φυσικό Γκόλντσταϊν και το 1895 ο Γάλλος φυσικός Ζαν Μπατίστ Περέν έδειξε ότι αποτελούνται από θετικά φορτισμένα σωμάτια. Τα θετικά αυτά σωμάτια (ιόντα των μορίων και των ατόμων του αερίου του σωλήνα) προέρχονται από τον ισχυρό ιονισμό εξαιτίας των κρούσεων του αραιωμένου αερίου (πίεση περ. 10-² Torr) που υπάρχει μέσα στον σωλήνα εκκένωσης. Τα ιόντα αυτά όταν βρεθούν κοντά στην κάθοδο επιταχύνονται σημαντικά, περνούν από τους αυλούς της, συνεχίζουν την ευθύγραμμη πορεία τους, πέφτουν στο τοίχωμα πίσω από την κάθοδο και προκαλούν τον φθορισμό του.Οι διαυλικές α. όπως και οι καθοδικές, επειδή είναι κινούμενα φορτισμένα σωμάτια, εκτρέπονται από ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία. Επειδή όμως τα ιόντα που τις αποτελούν έχουν πολύ μεγαλύτερη μάζα από τη μάζα των ηλεκτρονίων των καθοδικών α., για να γίνει αισθητή η εκτροπή απαιτούνται ισχυρά πεδία. α. Λέναρντ. Χαρακτηρισμός των καθοδικών α. όταν βγουν στον αέρα από ένα παράθυρο του καθοδικού σωλήνα, καλυμμένο με ένα πολύ λεπτό φύλλο αλουμινίου. Την ονομασία τους πήραν από τον Γερμανό φυσικό Φίλιπ Λέναρντ που μελέτησε τις ιδιότητές τους. (Στρατ.) Η απόσταση, η περιοχή στην οποία έχει εντολή να ενεργήσει στρατιωτική μονάδα ή τμήμα. Λέγεται και τομέας ενέργειας. (Τεχνολ.) Λεπτό μεταλλικό στέλεχος που συνδέει το κέντρο του τροχού ελαφρών δίκυκλων οχημάτων (ποδήλατα, μοτοσικλέτες) με τη ζάντα. (Φυσ.) Α. είναι φανταστικές τροχιές κατά μήκος των οποίων θεωρείται ότι πραγματοποιείται η διάδοση των ακτινοβολιών. Οι τροχιές αυτές στα ισότροπα υλικά είναι ευθείες. Η έννοια της α. και ειδικότερα της φωτεινής α. –μια που παλιά το φως ήταν η μόνη γνωστή ακτινοβολία– ανάγεται στην εποχή που δεν υπήρχε καν η ιδέα της κυματικής φύσης του φωτός και παρέμεινε αυτή ως διευκολυντική απλοποίηση στις θεμελιώδεις αρχές της γεωμετρικής οπτικής. Κατ’ επέκταση ο όρος α. έφτασε να σημαίνει, εκτός της τροχιάς της, και την ίδια την ακτινοβολία. Έτσι μιλάμε για α. εννοώντας τις ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες (α. Χ, α. γ) ή τις σωματιακές (α. καθοδικές, α. διαυλικές ή του Γκόλντσταϊν). Για τις κοσμικές (βλ. λ.) α. είναι ορθότερος ο όρος κοσμική ακτινοβολία· οι καθοδικές α. στην εγκυκλοπαίδεια αυτή εξετάζονται ξεχωριστά (βλ. λ. καθοδικές α.). Όσον αφορά τις μοριακές (ή ατομικές) α. αυτές αποτελούνται από μόρια που διοχετεύονται σε ένα δοχείο, όπου έχει πραγματοποιηθεί ένα υψηλό κενό. Αφήνοντας τα μόρια να περάσουν μέσα από διαδοχικές πολύ λεπτές σχισμές πετυχαίνουμε μια δέσμη αρκετά λεπτών α. Η μελέτη των μοριακών α. και ιδιαίτερα η ανάλυση της κατανομής των ταχυτήτων των μορίων, έδωσε απευθείας πειραματική επιβεβαίωση της κινητικής θεωρίας των αερίων (βλ. λ. αέριο). Παραλείπεται εδώ η εξέταση των σωματιακών ακτινοβολιών, που αποτελούνται από σωμάτια ποικίλης φύσης –που πετυχαίνονται με επιταχυντικά διαφόρων τύπων ή με ατομικές στήλες– εφόσον γι’ αυτές χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος ακτινοβολία (σωμάτιο). ΑΚΤΙΝΕΣ Διαδικασία για τη λήψη φωτογραφικής πλάκας με ακτίνες Χ.
* * *
και αχτίνα, η (Α ἀκτίς και ἀκτὶν -ῑνος)
φωτεινή γραμμή που εκπέμπεται από φωτοβόλο σώμα
νεοελλ.
1. κάθε φανταστική γραμμή, που ξεκινά από κεντρικό σημείο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση
2. το μήκος αυτής τής ακτίνας και η έκταση, η απόσταση, μέχρι την οποία φθάνει μια ενέργεια ή δράση
άρχ.
1. ηλιακή ακτίνα και συνεκδ. ο ήλιος
2. αίγλη, λαμπρότητα, δόξα
3. αστραπή
4. φρ. «ἀκτῑνες μέσαι» μεσημέρι
«ἀνὰ μέσαν ἀκτῑνα», από τον Νότο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., λόγω τής μορφολογικής της συγγένειας με λ. όπως: γλωχίς, δελφίς, ὠδὶς κ.λπ., φαίνεται να είναι παράγωγο ονόματος
συνήθως συνδέεται με το σανσκρ. aktu «ακτινοβολία, νύκτα», με το γοτθ. uhtwo «αυγή» και με τον μεταπτωτικό λιθουανικό τ. ankstὶ «νωρίς». Η σύνδεση δε τού ουσ. ἀκτὶς με λ. που έχουν τη σημασία «νύκτα», πρβλ. νύξ, λατ. nox -ctis, αποτελεί απλή υπόθεση.
ΠΑΡ. ακτινώδης, ακτινωτός
αρχ.
ἀκτινόεις, ἀκτινηδόν
νεοελλ.
ακτινέλλα, ακτίνη, ακτινίδες, ακτινίδιο, ακτινικός, ακτίνιο.
ΣΥΝΘ. ακτινογραφία, ακτινοειδής, ακτινοφόρος
αρχ.
ἀκτινοκράτωρ
μσν.
ἀκτινοφανής
νεοελλ.
ακτιναισθησία, ακτινενέργεια, ακτινενεργός, ακτινευαισθησία, ακτινίστια, ακτινοάντοχος, ακτινοβακίλλωση, ακτινοβιολογία, ακτινογενετική, ακτινοδάφνη, ακτινοδερματίτιδα, ακτινοδέσμη, ακτινοδιαγνωστική, ακτινόδους, ακτινόζωα, ακτινοθεραπεία, ακτινοθεραπευτής, ακτινοκάμαξ, ακτινόκερας, ακτινοκινηματογραφία, ακτινόκογχος, ακτινοκουζεστίνη, ακτινόκρινος, ακτινολαμπής, ακτινόλιθος, ακτινολογία, ακτινομετρία, ακτινομικρόμετρο, ακτινόμορφος, ακτινομύκητας, ακτινομυξίδια, ακτινόνημα, ακτινοπνευμονίτιδα, ακτινόποδα, ακτινόπτερις, ακτινοπτερύγια, ακτινοσκόπηση, ακτινοσκόπος, ακτινοστήμων, ακτινοστόλιστος, ακτινόστρωμα, ακτινοσφαίριο, ακτινοσφίγκτης, ακτινοτακτισμός, ακτινοτριχία, ακτινοτροπισμός, ακτινότροχος, ακτινουράνιο, ακτινόφρυς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀκτίνα — ἀκτίνᾱ , ἄκτινος of elder wood fem nom/voc/acc dual ἀκτίνᾱ , ἄκτινος of elder wood fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκτίνᾱ , ἀκτίνη fem nom/voc/acc dual ἀκτίνᾱ , ἀκτίνη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτίνα — ακτίνα, η και αχτίδα, η 1. η φωτεινή γραμμή που προέρχεται από κάποιο φωτεινό σώμα: Οι ακτίνες του ήλιου έμπαιναν στο σπίτι. 2. (μαθημ.), η ευθεία που συνδέει ένα σημείο περιφέρειας ή σφαίρας με το κέντρο: Η ακτίνα λέγεται και ημιδιάμετρος. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκτῖνα — ἀκτίς ray fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκτινα — ἄκτινος of elder wood neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτίνας — ἀκτίνᾱς , ἄκτινος of elder wood fem acc pl ἀκτίνᾱς , ἄκτινος of elder wood fem gen sg (doric aeolic) ἀκτίνᾱς , ἀκτίνη fem acc pl ἀκτίνᾱς , ἀκτίνη fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτῖν' — ἀκτῖνα , ἀκτίς ray fem acc sg ἀκτῖνι , ἀκτίς ray fem dat sg ἀκτῖνε , ἀκτίς ray fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπτική — Κλάδος της φυσικής, ο οποίος μελετά τα φωτεινά φαινόμενα, με σκοπό να ερευνήσει τη φύση τους και να περιγράψει τις εφαρμογές τους. Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι το φως συνίσταται από ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες μήκους κύματος μεταξύ 0,4… …   Dictionary of Greek

  • διάθλαση — Εκτροπή η οποία συντελείται σε μια ακτινοβολία, ιδιαίτερα στο φως, κατά τη δίοδό της από ένα διαπερατό σε αυτή μέσο σε ένα άλλο (π.χ. από τον αέρα στο νερό, από τον αέρα στο γυαλί, μεταξύ διαφόρων γυαλιών). Ονομάζεται γωνία πρόσπτωσης η γωνία i… …   Dictionary of Greek

  • πόλωση — Φαινόμενο χαρακτηριστικό των εγκάρσιων κυμάτων –ιδιαίτερα των φωτεινών– που συνίσταται στην ταλάντωση των κυμάτων κατά ένα ορισμένο επίπεδο, το οποίο περιέχει τη διεύθυνση διάδοσης· το κάθετο επίπεδο προς εκείνο στο οποίο γίνεται η ταλάντωση… …   Dictionary of Greek

  • σφαίρα — Γεωμετρικό σώμα, η επιφάνεια του οποίου είναι ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν εξίσου από ένα σημείο, το κέντρο. Ακτίνα είναι η σταθερή απόσταση του κέντρου από οποιοδήποτε σημείο της σφαιρικής επιφάνειας· χορδή, ένα τμήμα που έχει τα… …   Dictionary of Greek